IEA – World Energy Outlook 2013: Το κόστος των ΑΠΕ και ο «μύθος» του grid parity

ape1

Το θέμα της ανταγωνιστικότητας και του κόστους των ΑΠΕ θίγει, μεταξύ άλλων, στο World Energy Outlook 2013 η ΙΕΑ, χωρίς να προβαίνει ωστόσο σε λεπτομερείς προβλέψεις.

Σύμφωνα με την έκθεση, τα κόστη παραγωγής για τα φωτοβολταϊκά και τα αιολικά διαφέρουν σημαντικά από περιοχή σε περιοχή, λόγω των διαφορετικών συντελεστών κόστους αλλά και της διαφορετικής ποιότητας των διαθέσιμων πόρων.

 

Η εξέλιξη των παραπάνω τύπων κόστους καθορίζεται από δύο παράγοντες: από τη μείωση στα κόστη κεφαλαίου και την τεχνολογική βελτίωση που οδηγεί σε μεγαλύτερη αξιοποίηση πηγών όπως ο ήλιος ή ο άνεμος. Παρόλο που η αυξανόμενη ανάπτυξη αιολικών και φωτοβολταϊκών έχει μειώσει τις «προνομιούχες» εκτάσεις γης, οδηγώντας έτσι σε χαμηλότερους συντελεστές φόρτισης (capacity factors), αυτό υπερ-αντισταθμίζεται από την πρόοδο της τεχνολογίας και την ανάπτυξη σε περιοχές με ανεκμετάλλευτους πόρους υψηλής ποιότητας.

Για τα χερσαία αιολικά, η ΙΕΑ προβλέπει ότι ο μέσος συντελεστής φόρτισης αυξάνεται από το 21% που ήταν το 2012 σε 26% το 2035 ενώ για τα φωτοβολταϊκά μεγάλης κλίμακας προβλέπει αύξηση από το 11% στο 17% την ίδια περίοδο.

Όσον αφορά το μέσο κόστος επένδυσης, σε παγκόσμιο επίπεδο, το 2012, για τα χερσαία αιολικά αρνερχόταν σε 1.700 δολ. / kW. Το μέσο κόστος για τα υπεράκτια αιολικά είναι δύσκολο να προσδιοριστεί, σύμφωνα με την ΙΕΑ, αλλά εκτιμάται ότι κυμαίνεται μεταξύ 3.000 δολ./κιλοβάτ και 4.500 δολ. ανά κιλοβάτ.

Στο σενάριο “New Policies”, το κόστος επενδύσεων για τα χερσαία αιολικά μειώνεται κατά περίπου 10%, κυρίως εξαιτίας της οικονομίας κλιμακας αλλά και της μετακίνησης των νέων εγκαταστάσεων σε χώρες εκτός ΟΟΣΑ, με μικρότερα συγκριτικά κόστη. Τα κόστη για τα υπεράκτια αιολικά μειώνονται κατά ένα τρίτο περίπου, υπό την προϋπόθεση υψηλής ανάπτυξης.

Στην περίπτωση της ηλιακής ενέργειας, λόγω της αυξημένης ανάπτυξης και της πλεονάζουσας παραγωγικής ικανότητας, οι τιμές για τα φωτοβολταϊκά συστήματα μειώθηκαν κατά περισσότερο από 40% μεταξύ 2010 και 2012. Η ζήτηση για νέα φωτοβολταϊκά ήταν περίπου 30 GW ενώ η παραγωγική ικανότητα ήταν σχεδόν 55 GW το 2012. Το μεγαλύτερο μέρος της αύξησης της παραγωγής σημειώθηκε στην Κίνα, εντείνοντας τις ανησυχίες ότι οι επιδοτήσεις έδιναν τη δυνατότητα στους κινέζους κατασκευαστές να γεμίζουν την ευρωπαϊκή αγορά με πάνελ σε τιμές κάτω του κόστους. Σύμφωνα με τη συμφωνία που επετεύχθη μεταξύ Κίνας και Ευρώπης, τέθηκε όριο 7 GW ετησίως στα κινεζικά φωτοβολταϊκά που θα εισάγονται στην Ευρώπη καθώς και ελάχιστη τιμή, τα οποία αναμένεται να ισχύσουν μέχρι το τέλος του 2015.

Σχεδόν το μισό από τη μείωση των τιμών που καταγράφηκε στα φωτοβολταϊκά την τελευταία δεκαετία οφείλεται στην πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα. Καθώς αυτή η τάση φαίνεται να σταματά, οι τιμές αναμένεται να μπουν σε τροχιά σταθεροποίησης. Όσον αφορά τα κόστη επενδύσεων, στο τέλος του 2012 καταγράφονταν μεγάλες διαφορές από περιοχή σε περιοχή. Ειδικότερα, τα κόστη κυμαίνονταν από περίπου 1.800 – 5.500 δολάρια ανά κιλοβάτ για τα οικιακά φωτοβολταϊκά και από 1.500 έως 3.000 δολ. ανά κιλοβάτ για μεγάλες εγκαταστάσεις, με την Κίνα να βρίσκεται προς την πλευρά των χαμηλότερων τιμών και οι ΗΠΑ και η Ιαπωνία προς την πλευρά των υψηλότερων. Έως το 2035, βάσει του σεναρίου New Policies, το κόστος και τα δύο είδη φωτοβολταϊκών εκτιμάται ότι θα μειωθεί κατά περίπου 40%.

Στο διάγραμμα που ακολουθεί φαίνονται τα κόστη ηλεκτροπαραγωγής ανά τεχνολογία ΑΠΕ και περιοχή, συγκριτικά με τις τιμές χονδρικής, στο σενάριο "New Policies" :

 

Το grid parity δεν αποτελεί κριτήριο ανταγωνιστικότητας για τα οικιακά φ/β

Εν αμφιβόλω θέτει η ΙΕΑ την αξιοπιστία του “grid parity”, ή αλλιώς της ισοτιμίας δικτύου, ως κριτηρίου μέτρησης της ανταγωνιστικότητας των οικιακών φωτοβολταϊκών.

Όπως σημειώνει η ΙΕΑ στην έκθεσή της, η πτώση της τάξης του 40% που έχει καταγραφεί στις τιμές των φωτοβολταϊκών πάνελ από το 2010 έχει οδηγήσει σε ορισμένες περιπτώσεις στην υπόθεση ότι η ενέργεια που παράγεται από οικιακά φωτοβολταϊκά έχει γίνει – ή βρίσκεται κοντά στο να γίνει – ανταγωνιστική με την ενέργεια που παράγεται από τα ορυκτά καύσιμα.

Είναι όμως το grid parity εκείνο το σημείο πέρα από το οποίο τα οικιακά φωτοβολταϊκά μπορούν να σταθούν από μόνα τους χωρίς την ανάγκη επιδοτήσεων;

Η ΙΕΑ απαντά κατηγορηματικά «όχι», τουλάχιστον για τα νοικοκυριά που είναι ακόμη συνδεδεμένα με το δίκτυο. Μάλιστα, η ΙΕΑ παραθέτει ένα συγκεκριμένο παράδειγμα προς απόδειξη του παραπάνω ισχυρισμού.

Έστω ότι υπάρχουν δύο νοικοκυριά, εκ των οποίων το πρώτο δεν έχει εγκατεστημένο φωτοβολταϊκό σύστημα ενώ το δεύτερο έχει.

Υποθέτουμε ότι το πρώτο πληρώνει 300 δολ. ετησίως για τα standard κόστη του λογαριασμού ρεύματος (για το δίκτυο κλπ) ενώ πληρώνει 400 δολ. επιπλέον για την κατανάλωση 4 MWh. Βάσει αυτών των χρεώσεων, η μέση λιανική τιμή ρεύματος προκύπτει 175 δολ./MWh.

Το δεύτερο νοικοκυριό, παράγει μέσω του φωτοβολταϊκού του 1,6 MWh με κόστος 280 δολ. (1,6 MWh x 175 δολ/MWh). Αγοράζει επιπλέον 2,4 MWh από το δίκτυο με κόστος 540 δολ. ετησίως (300 δολ. τα στάνταρντ έξοδα - όπως και στην περίπτωση του πρώτου νοικοκυριού – και 240 δολ. για την ενέργεια που κατανάλωσε).

Επομένως, στην περίπτωση του grid parity (στα 175 δολ. δηλαδή) ο καταναλωτής με το φωτοβολταϊκό πληρώνει συνολικά 820 δολ. ετησίως για ηλεκτρισμό. Δηλαδή, 120 δολ. παραπάνω συγκριτικά με τα 700 που θα πλήρωνε εάν είχε προμηθευτεί όλη την ενέργεια από το δίκτυο.

Σε αυτό το πλαίσιο, η ΙΕΑ σημειώνει ότι ένα ακριβέστερο μέσο μέτρησης της ανταγωνιστικότητας των φωτοβολταϊκών είναι το “cost parity”, το οποίο μετράει το σημείο εκείνο στο οποίο ένα νοικοκυριό που εγκαθιστά φ/β επιβαρύνεται με το ίδιο συνολικό κόστος είτε έχει φωτοβολταϊκό είτε όχι.

Βάσει του παραδείγματος που χρησιμοποιήθηκε παραπάνω, το σημείο αυτό είναι τα 160 δολ. (1,6 MWh επί 100 δολ/MWh), δηλ. αρκετά πιο κάτω από το σημείο των 175 δολ. που βάσει της λογικής του grid parity είναι το σημείο της πλήρους ανταγωνιστικότητας.

Τα διάφορα κόστη και για τις δύο μεθόδους μέτρησης της ανταγωνιστικότητας φαίνονται παρακάτω:

Εξάλλου, η ΙΕΑ σημειώνει ότι υπάρχουν και άλλοι παράγοντες που θα μπορούσαν να επηρεάσουν την ανταγωνιστικότητα των φωτοβολταϊκών. Για παράδειγμα, οι υπολογισμοί θα άλλαζαν εάν τα νοικοκυριά με φωτοβολταϊκά δεν κατανάλωσαν όλη τους την παραγωγή αλλά πουλούσαν την περίσσεια ενέργειας στο δίκτυο. Σε αυτή την περίπτωση, προκειμένου να είναι πλήρως ανταγωνιστική η παραγωγή από φ/β, θα έπρεπε η ενέργεια να πωλείται στην πραγματική τιμή χονδρικής ηλεκτρισμού, δηλαδή στην τιμή την οποία λαμβάνουν και οι άλλοι παραγωγοί.

 

Αναδημοσίευση από http://www.energypress.gr