H οδός Πανεπιστημίου και τα προβλήματα του κέντρου

PANEPISTIMIOU1Οι παρεμβάσεις στον υφιστάμενο αστικό χώρο, γνωστές με το γενικό όρο «ανάπλαση» αποτελούν φαινόμενο κυρίως της μεταπολεμικής περιόδου.

 Αρχικά με στόχο την αντιμετώπιση καταστροφών που είχαν γίνει στις πόλεις κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και καθαρά πολεοδομικό χαρακτήρα, απέκτησαν διαδοχικά και άλλες μορφές (που συνοδεύτηκαν από αντίστοιχες ειδικότερες ονομασίες). Ο πιο πρόσφατος μετασχηματισμός τους είναι διεθνώς γνωστός ωςurbanregeneration (αποδίδεται συνήθως στα ελληνικά ως «αστική αναγέννηση») και έχει ηλικία περίπου 25 ετών. Βασικό χαρακτηριστικό τους είναι ότι καλύπτουν ένα πολύ ευρύ φάσμα αντικειμένων, που περιλαμβάνει το σύνολο των πτυχών του πολεοδομικού σχεδιασμού, τις πολλαπλές διαστάσεις του περιβαλλοντικού σχεδιασμού των πόλεων, την αναμόρφωση της οικονομικής βάσης, και την αντιμετώπιση αστικών κοινωνικών προβλημάτων. Από χωρική άποψη, αφορούν τόσο το δημόσιο χώρο (δρόμους, πλατείες,…) όσο και τον ιδιωτικό (δηλ. το εσωτερικό των οικοδομικών τετραγώνων και το κτηριακό απόθεμα). Παράλληλα, η αστική αναγέννηση δεν εκπορεύεται αποκλειστικά από το δημόσιο τομέα αλλά προωθείται μέσα από διαδικασίες διακυβέρνησης (δηλ. εταιρικής σχέσης δημόσιου, ιδιωτικού και κοινωνικού τομέα) και χρηματοδοτείται με διάφορους συνδυασμούς δημόσιων πόρων και ιδιωτικών κεφαλαίων.

Είναι προφανές ότι η αστική αναγέννηση είναι μια πολύ πιο σύνθετη μορφή παρέμβασης στον αστικό χώρο από αυτό που στην Ελλάδα θεωρείται ως ανάπλαση. Οι Ελληνικές αναπλάσεις επί δεκαετίες εξαντλούνται σε παρεμβάσεις εξωραϊσμού του δημόσιου κοινόχρηστου χώρου (πολύ συχνά αποτυχημένες-ενδεικτικά μόνο, βλ. την περίπτωση της Πλατείας Ομονοίας, αλλά τα παραδείγματα μπορούν να πολλαπλασιαστούν) και στη δημιουργία πεζοδρόμων. Οι τελευταίοι σπάνια εντάσσονται σε μια συνολική οργάνωση του οδικού δικτύου και της κυκλοφορίας, κατά κανόνα δεν λαμβάνουν υπόψη τις επιπτώσεις στη στάθμευση, και δεν συντονίζονται με τα μέσα μαζικής μεταφοράς. Επιπλέον, πάσχουν από ακραία έλλειψη διαχειριστικών μηχανισμών, με αποτέλεσμα να γίνονται κατά κανόνα εστίες παραβατικότητας και περιβαλλοντικής υποβάθμισης. Χαρακτηριστικές εκδηλώσεις του προβλήματος είναι η «χρήση» του ως χώρων στάθμευσης οχημάτων και αξόνων κίνησης δικύκλων, η κατάληψη μεγάλου μέρους της επιφανείας τους από τραπεζοκαθίσματα, και η ηχορρύπανση.

PANEPISTIMIOU2Η συζήτηση κατά τα τελευταία χρόνια για την πεζοδρόμηση της Οδού Πανεπιστήμιου συνοψίζει τις παρανοήσεις που υπάρχουν στη χώρα μας σχετικά με τις αστικές παρεμβάσεις και τις αδυναμίες των αστικών πολιτικών. Τα δεδομένα που πρέπει να ληφθούν για μια ουσιαστική προσέγγιση του ζητήματος είναι τα εξής:

 

Πρώτον, η προϊούσα κρίση του ευρύτερου κέντρου της Αθήνας. Η κρίση αυτή έχει μεγάλο χρονικό βάθος· αρχικά είχε πολεοδομικό και περιβαλλοντικό χαρακτήρα που συνδέονται με διαχρονικές αστοχίες της ελληνικής πολεοδομικής πολιτικής, από περίπου το 2000 άρχισε να αποκτά και κοινωνικές διαστάσεις συνδεόμενες με τη μαζική είσοδο μεταναστών, και μετά την εκδήλωση της κρίσης έγινε ακόμα πιο σύνθετη, με την προσθήκη και αναπτυξιακών προβλημάτων (χαρακτηριστικές εκδηλώσεις είναι οι μεγάλες πιέσεις στον τουρισμό, το μαζικό κλείσιμο καταστημάτων και η κατάρρευση της αγοράς των ακινήτων) και τη διεύρυνση του χαρακτήρα των κοινωνικών προβλημάτων (που αφορούν πλέον όχι μόνο μετανάστες αλλά και άλλες ευάλωτες ομάδες του πληθυσμού, και συμπεριλαμβάνουν και τη μεγάλη αύξηση της εγκληματικότητας και της παραβατικότητας).

Δεύτερον, η εμπειρία από την τάυτιση στην Ελλάδα των αστικών αναπλάσεων με τις πεζοδρομήσεις. Τα αρνητικά της εμπειρίας αυτής συμπεριλαμβάνουν τόσο τον εκφυλισμό των πεζοδρόμων σε χώρους παράνομης στάθμευσης και κυκλοφορίας, παραεμπορίου και πολεοδομικής παραβατικότητας κλπ. που ανάφερα πιο πάνω, όσο και το έλλειμα ολοκληρωμένων παρεμβάσεων που θα αντιμετωπίζουν τα σύνθετα-ευρύτερα πολεοδομικά, περιβαλλοντικά, οικονομικά, κοινωνικά-προβλήματα που υπάρχουν σε διάφορες ελληνικές πόλεις (και, συγκεκριμένα, στο κέντρο της Αθήνας).

Τρίτον, ο ρόλος που παίζει η Οδός Πανεπιστημίου στο ευρύτερο κέντρο αλλά και στο σύνολο του Πολεοδομικού Συγκροτήματος της Αθήνας. Πρόκειται για βασικό κυκλοφοριακό άξονα ιδιωτικών και δημόσιων μέσων μεταφοράς (κάτι που σημαίνει ότι κάθε παρέμβαση που απομακρύνει τέτοια μέσα πρέπει να έπεται σοβαρής μελέτης των κυκλοφοριακών επιπτώσεων και εξεύρεσης εναλλακτικών λύσεων) αλλά και για καθοριστικό στοιχείο της αντιληπτικής εικόνας του κέντρου της πόλης.

Ως προς το τελευταίο σημείο, είναι προφανές ότι η μη εξασφάλιση με αξιόπιστο τρόπο ότι δεν θα αναπαραχθούν σε μια πεζοδρομημένη Πανεπιστημίου τα κλασσικά προβλήματα διαχείρισης των ελληνικών πεζοδρόμων (προβλήματα που υπάρχουν ακόμα και στην πιο επιτυχημένη ίσως από αισθητική άποψη πεζοδρόμηση, αυτή της Οδού Δ. Αρεοπαγίτου, παρά το ότι η ευρύτερη ζώνη στην οποία εντάσσεται η τελευταία δεν χαρακτηρίζεται από τη συνθετότητα και τις πιέσεις του κέντρου της Αθήνας) θα οδηγήσει σε υποβάθμιση του ρόλου της ως κεντρικού στοιχείου της εικόνας και της συμβολικής οργάνωσης του αθηναϊκού χώρου.

Σημειωτέον ότι η πολύ μεγάλη κλίμακα της περιοχής που θα πεζοδρομηθεί στην περίπτωση της Πανεπιστημίου θα οξύνει ακόμα περισσότερα τις δυσκολίες διαχείρισης και αστυνόμευσης, και εξ αντιδιαστολής τα προβλήματα ασφάλειας. Η προωθούμενη πεζοδρόμηση και της Λεωφόρου Ολγας καθιστά ακόμα μεγαλύτερη την περιοχή για την οποία τίθενται τέτοια θέματα (συμπεριλαμβανόμενης και της ευρύτερης ζώνης του Ζαππείου).

panepistimiou3Τέταρτον, μια παρέμβαση τόσο σημαντικής κλίμακας πρέπει να εντάσσεται οργανικά στον ευρύτερο, στρατηγικό, πολεοδομικό σχεδιασμό. Αυτό είναι αναγκαίο τόσο για τη ρύθμιση των επιπτώσεων όσο και για την αξιοποίηση των ευκαιριών που μπορεί να προκύψουν. Στην περίπτωση της Πανεπιστημίου κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει. Το Ρυθμιστικό Σχέδιο της Αθήνας (σε κάθε περίπτωση τελείως παρωχημένο, αφού έχει εγκριθεί το 1985 και από τότε έχει υποστεί μόνο οριακές τροποποιήσεις) δεν την προβλέπει, ενώ στην όλη πρωτοβουλία μέχρι σήμερα δεν υπάρχει ουσιαστική ανάμειξη των αρμόδιων υπηρεσιών. Οι διάφοροι σχεδιασμοί που έχουν υπάρξει μέχρι σήμερα κινούνται σε επίπεδο αστικής σύνθεσης (δηλαδή αρχιτεκτονικού χαρακτήρα και αντίληψης), αγνοώντας τα πολεοδομικά ζητήματα (πχ. αλληλεπίδραση με τις χρήσεις γης), τις επιπτώσεις στην κυκλοφορία, τις προτεραιότητες που θέτουν τα πραγματικά προβλήματα του κέντρου της Αθήνας σήμερα (κοινωνικές και οικονομικές-αναπτυξιακές), και τη σπανιότητα των πόρων που, σε συνθήκες δημοσιιονομικής και ευρύτερης κρίσης, επιβάλλει τη χρήση τους σε συνάρτηση με τα πραγματικά προβλήματα.

Τα παραπάνω δεν σημαίνουν ότι η πεζοδρόμηση της Οδού Πανεπιστημίου είναι εξ ορισμού περιττή ή και λανθασμένη. Θα μπορούσε να είναι, όπως θα μπορούσε να είναι και χρήσιμη. Το ζήτημα είναι ότι δεν έχουν υπάρξει, όπως προωθείται μέχρι σήμερα η σχετική πρωτοβουλία, οι προϋποθέσεις που θα επέτρεπαν να γίνει μια τεκμηριωμένη αξιολόγηση μιας τέτοιας παρέμβασης, με αποτέλεσμα η όλη συζήτηση να κινείται σε επίπεδο γενικολογιών και καλών προθέσεων, χωρίς πραγματική κατανόηση των θετικών και αρνητικών στοιχείων που ενδέχεται να υπάρξουν.

Κατά την άποψή μου απαιτείται μια νέα προσέγγιση, που θα περιλαμβάνει κυκλοφοριακή μελέτη του θέματος σε βάθος, σοβαρή εξέταση των κινδύνων που συνδέονται με τη διαχείριση και την ασφάλεια (και των πραγματικών δυνατοτήτων αποτελεσματικής και αντιμετώπισής τους), εκτίμηση των επιπτώσεων που θα υπάρξουν στον υπόλοιπο κέντρο της Αθήνας και ιδιαίτερα στις προβληματικές περιοχές (κάτω από τον άξονα Αιόλου-Ομόνοια-Εξάρχεια-Πατησίων) αλλά και του κινδύνουν να λειτουργήσει μια πεζοδρομημένη Πανεπιστημίου ως διάδρομος επέκτασης των προβλημάτων αυτών μέχρι το Σύνταγμα, και αξιολόγηση της συμβολής της πεζοδρόμησης στην αντιμετώπιση των κρίσιμων κοινωνικών και αναπτυξιακών προβλημάτων του κέντρου (και της Αθήνας συνολικά). Επιπλέον, πρέπει να συνεκτιμηθεί το θέμα των πόρων που θα απαιτηθούν για την παρέμβαση, καθώς και εναλλακτικές δυνατότητες (πχ. διαπλάτυνση πεζοδρομίων χωρίς πλήρη πεζοδρόμηση) που ενδέχεται αν μελετηθούν να αποδειχθούν καλύτερα προσαρμοσμένες στα πραγματικά δεδομένα. Ο συντονισμός με το σε εξέλιξη Σχέδιο Ολοκληρωμένης Αστικής Παρέμβασης (ΣΟΑΠ) που προωθούν ο Δήμος Αθηναίων και ο Οργανισμός Αθήνας για το ευρύτερο κέντρο της πόλης αποτελεί επίσης αυτονόητη αναγκαιότητας.

Αναδημοσίευση από http://www.absurdum.gr/

του Δημήτρη Οικονόμου